Η «μαύρη τρύπα» στις εξειδικευμένες θέσεις εργασίας στον τουρισμό
Άφαντοι οι έμπειροι μάγειρες, οι ρεσεψιονίστ και οι σερβιτόροι
Παρά τη θετική πορεία της τουριστικής κίνησης, η έλλειψη προσωπικού εξακολουθεί να αποτελεί τη μεγαλύτερη πρόκληση για τον ελληνικό τουρισμό. Με τις πανελλαδικές εκτιμήσεις να κάνουν λόγο για περισσότερες από 80.000 κενές θέσεις εργασίας, οι τουριστικές επιχειρήσεις και η εστίαση στα νησιά μας βρίσκονται αντιμέτωπες με μια πρωτοφανή έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού, η οποία απειλεί άμεσα την ποιότητα του τουριστικού μας προϊόντος.
Ο πρόεδρος του Σωματείου Επαγγελματιών και Επιχειρηματιών Μυκόνου, Ηρακλής Ζησιμόπουλος, μιλώντας στην εφημερίδα «Κυκλαδική» για τις δυσκολίες στελέχωσης των επιχειρήσεων, εξηγεί γιατί οι μεγαλύτερες ελλείψεις εντοπίζονται στις εξειδικευμένες θέσεις, πώς η πανδημία και η εποχικότητα άλλαξαν τα δεδομένα στην αγορά εργασίας και ποια μέτρα θα μπορούσαν να συμβάλουν στην αντιμετώπιση του προβλήματος.
Συνέντευξη στον Λάμπρο Δεμερτζή
Οι μεγαλύτερες ελλείψεις προσωπικού εντοπίζονται στις εξειδικευμένες θέσεις
Αναφερόμενος στο πρόβλημα της έλλειψης προσωπικού στον τουρισμό και στο κατά πόσο αυτό εμφανίζεται με την ίδια ένταση σε όλες τις ειδικότητες, ο Πρόεδρος του Σωματείου Επαγγελματιών και Επιχειρηματιών Μυκόνου, Ηρακλής Ζησιμόπουλος, επισήμανε ότι όσο πιο εξειδικευμένος είναι ένας εργαζόμενος, τόσο δυσκολότερη γίνεται η κάλυψη των σχετικών θέσεων.
«Όσο πιο εξειδικευμένος είναι ο εργαζόμενος όπως οι μάγειρες ή οι εργαζόμενοι στην υποδοχή ξενοδοχείων που πρέπει να γνωρίζει ελληνικά, αγγλικά και ενδεχομένως μία ακόμη γλώσσα — τόσο πιο έντονο γίνεται το πρόβλημα εύρεσης προσωπικού. Στους ανειδίκευτους εργαζόμενους η κατάσταση έχει βελτιωθεί σε έναν βαθμό, καθώς αρκετές επιχειρήσεις, εφόσον έχουν προνοήσει εγκαίρως, έχουν τη δυνατότητα να καλύπτουν μέρος των αναγκών τους μέσω εργαζομένων από το εξωτερικό, από χώρες με τις οποίες υπάρχουν σχετικές συνεργασίες, όπως οι Φιλιππίνες, το Μπαγκλαντές. Παρόλα αυτά, τα κενά εξακολουθούν να υπάρχουν και δεν καλύπτονται πλήρως».
Ωστόσο, διευκρίνισε «είναι σαφώς δυσκολότερο να βρεθεί ή να εισαχθεί προσωπικό υψηλότερης εξειδίκευσης, όπως μάγειρες, ρεσεψιονίστ ή έμπειροι σερβιτόροι. Συνεπώς, το μεγαλύτερο πρόβλημα εντοπίζεται στις πιο εξειδικευμένες θέσεις».
Η εποχικότητα και η μετακίνηση των εργαζομένων σε άλλους κλάδους ή στο εξωτερικό
Σχολιάζοντας εάν το πρόβλημα σχετίζεται κυρίως με τις αποδοχές ή τις συνθήκες εργασίας, ο κ. Ζησιμόπουλος εκτίμησε ότι ο βασικός παράγοντας είναι η εποχικότητα της απασχόλησης στον τουρισμό.
Όπως εξήγησε, «το βασικό πρόβλημα δεν σχετίζεται τόσο με τις συνθήκες εργασίας όσο με τη φύση της απασχόλησης στον τουρισμό, καθώς η εργασία είναι εποχική, γεγονός που δυσκολεύει την προσέλκυση προσωπικού. Παράλληλα, κατά την περίοδο της πανδημίας πολλοί εργαζόμενοι έχασαν τη δουλειά τους και στράφηκαν σε άλλους κλάδους, ενώ αρκετοί επέλεξαν να εργαστούν στο εξωτερικό, όπου οι θέσεις είναι δωδεκάμηνης διάρκειας και όχι περιορισμένη σε έξι, επτά ή οκτώ μήνες».
Η αλλαγή ισορροπιών στην αγορά εργασίας
Η αλλαγή πλεύσης στη νοοτροπία των εργαζομένων ανατρέπει τα μέχρι τώρα δεδομένα. Σύμφωνα με τον Πρόεδρο του Σωματείου Επαγγελματιών και Επιχειρηματιών Μυκόνου, οι διεκδικήσεις του προσωπικού έχουν επανακαθοριστεί, καθώς σήμερα λειτουργεί με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο ο νόμος της προσφοράς και της ζήτησης: η μεγάλη έλλειψη χεριών δίνει αυτόματα τη διαπραγματευτική ισχύ στην πλευρά των εργαζομένων. Παράγοντες της αγοράς επισημαίνουν ότι αν δεν υπάρξει άμεση αναθεώρηση των συνθηκών εργασίας και των κινήτρων εκπαίδευσης, η «μαύρη τρύπα» στο προσωπικό κινδυνεύει να γίνει μόνιμη, ναρκοθετώντας το μέλλον του ελληνικού τουρισμού.
«Από τη στιγμή που ο εργαζόμενος γνωρίζει ότι έχει πολλές επιλογές, επιλέγει τις συνθήκες που τον ικανοποιούν περισσότερο, είτε αυτό αφορά μισθό, είτε ωράριο, είτε γενικότερες συνθήκες εργασίας. Αντίθετα με ό,τι συνέβαινε παλαιότερα, η διαπραγματευτική δύναμη έχει μετατοπιστεί προς την πλευρά των εργαζομένων, καθώς γνωρίζουν ότι υπάρχουν διαθέσιμες θέσεις και μπορούν πιο εύκολα να βρουν αλλού δουλειά», αναφέρει χαρακτηριστικά ο κ. Ζησιμόπουλος.
Οι επιπτώσεις στην ποιότητα των υπηρεσιών
Ερωτηθείς για τις επιπτώσεις των ελλείψεων προσωπικού στην ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών, ο κ. Ζησιμόπουλος υπογράμμισε ότι «Αναπόφευκτα, η έλλειψη προσωπικού σε μια επιχείρηση επηρεάζει και την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών. Μια επιχείρηση που λειτουργεί με λιγότερο προσωπικό από αυτό που χρειάζεται δεν μπορεί να προσφέρει το ίδιο επίπεδο εξυπηρέτησης με μια πλήρως στελεχωμένη μονάδα».
Παράλληλα, τόνισε ότι το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τα νησιά αλλά και την Αθήνα, όπου δραστηριοποιείται επιχειρηματικά. Όπως είπε, «Το πρόβλημα, μάλιστα, δεν περιορίζεται μόνο στα νησιά. Έχω και επιχειρήσεις στην Αθήνα και η κατάσταση εκεί είναι ακόμη πιο δύσκολη, καθώς πολλοί εργαζόμενοι προτιμούν να μετακινηθούν σε τουριστικούς προορισμούς, όπου όπου οι οικονομικές απολαβές, κυρίως μέσω των φιλοδωρημάτων, θεωρούνται υψηλότερες.
Έτσι δημιουργείται μια αλυσίδα επιπτώσεων, όπου οι ελλείψεις προσωπικού μεταφέρονται από περιοχή σε περιοχή. Στην ουσία, δεν υπάρχουν αρκετοί εργαζόμενοι για να καλύψουν τις ανάγκες, ενώ ο τουριστικός κλάδος συνεχώς αναπτύσσεται, τόσο στην εστίαση όσο και στα καταλύματα».
Ο ρόλος της Πολιτείας
Αναφερόμενος στις δυνατότητες παρέμβασης της Πολιτείας, ο κ. Ζησιμόπουλος υποστηρίζει ότι θα μπορούσε να συμβάλει περαιτέρω στη μείωση της γραφειοκρατίας που αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις κατά την πρόσληψη εργαζομένων από το εξωτερικό.
Όπως σημείωσε «Με δεδομένο ότι το εγχώριο εργατικό δυναμικό δεν επαρκεί αριθμητικά για να καλύψει τις ανάγκες της αγοράς, η πολιτεία θα μπορούσε να συμβάλει περαιτέρω στη μείωση της γραφειοκρατίας που αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις κατά την πρόσληψη εργαζομένων από το εξωτερικό, που είναι ήδη ελεγμένοι.
Τα τελευταία χρόνια, πάντως, υπάρχει μια βελτίωση στη διαδικασία σε σχέση με πριν από δύο ή τρία χρόνια, κυρίως ως προς τη γραφειοκρατία. Ωστόσο, εξακολουθεί να υπάρχει περιθώριο περαιτέρω βελτίωσης, καθώς παραμένει έντονο το πρόβλημα εύρεσης εργαζομένων».
Οι εκτιμήσεις για τη φετινή τουριστική περίοδο στη Μύκονο
Αναφερόμενος στις προοπτικές της φετινής τουριστικής περιόδου, ο κ. Ζησιμόπουλος χαρακτήρισε τη Μύκονο έναν παγκόσμιο προορισμό που εξακολουθεί να προσελκύει επισκέπτες υψηλού επιπέδου.
Ωστόσο υπογράμμισε πως «οι γεωπολιτικές εξελίξεις των τελευταίων μηνών επηρέασαν, σε έναν βαθμό, το κλίμα και την ψυχολογία της τουριστικής αγοράς, γεγονός που έχει επηρεάσει μέχρι τώρα σε ένα βαθμό τη φετινή σεζόν.
Δεν είχαμε ακυρώσεις, ωστόσο η αβεβαιότητα που επικράτησε το προηγούμενο διάστημα λόγω των συγκρούσεων οδήγησε αρκετούς ταξιδιώτες σε πιο συγκρατημένη στάση».
Τον Ιούλιο και τον Αύγουστο η τουριστική κίνηση στη Μύκονο προβλέπεται να κινηθεί σε πολύ ικανοποιητικά επίπεδα
Ταυτόχρονα, πρόσθεσε ότι η συμφωνία για αποκλιμάκωση των διεθνών εντάσεων θα ενισχύσει το αίσθημα ασφάλειας και θα συμβάλει θετικά στην πορεία της τουριστικής κίνησης κατά το υπόλοιπο της σεζόν, η οποία, παρά την αρχική κάμψη, αναμένεται να κορυφωθεί τον Ιούλιο και τον Αύγουστο.











