«Ασπίδα του Αχιλλέα»: Στο Τελ Αβίβ υπογράφεται σήμερα η συμφωνία για τη νέα ελληνική αεράμυνα
Σήμερα πέφτουν οι υπογραφές στο Τελ Αβίβ για την «Ασπίδα του Αχιλλέα», το νέο πολυεπίπεδο σύστημα αεράμυνας της χώρας. Το κόστος του βασικού πυρήνα του προγράμματος υπολογίζεται σε περίπου 3,5 δισ. ευρώ, καθιστώντας το το μεγαλύτερο σε οικονομικό και επιχειρησιακό επίπεδο μεταξύ των υπόλοιπων εξοπλιστικών προγραμμάτων.
Μια πολυεπίπεδη «ομπρέλα» αεράμυνας
Η νέα ελληνική αεράμυνα δεν βασίζεται σε ένα μόνο οπλικό σύστημα, αλλά σε έναν συνδυασμό μέσων διαφορετικών δυνατοτήτων. Η λογική του σχεδιασμού είναι να δημιουργηθεί ένα ενιαίο δίκτυο, στο οποίο κάθε σύστημα θα αναλαμβάνει διαφορετικό ρόλο, ανάλογα με την απόσταση και το είδος της απειλής.
Στο μεγαλύτερο βεληνεκές εντάσσεται το David’s Sling, το οποίο θα λειτουργεί συμπληρωματικά προς τους Patriot και μπορεί να καλύπτει αποστάσεις έως περίπου 150 χιλιόμετρα, ανάλογα με τη διαμόρφωση και τον χρησιμοποιούμενο αναχαιτιστή. Για το ενδιάμεσο επίπεδο προβλέπεται το Barak MX, με επιχειρησιακό εύρος περίπου 35 έως 150 χιλιομέτρων, ενώ στην εγγύτερη ζώνη προστασίας θα αξιοποιείται το Spyder, σε συνδυασμό με τα υφιστάμενα συστήματα Hawk, με εμβέλεια έως περίπου 50 χιλιόμετρα.
Καθοριστική για τη λειτουργία ολόκληρου του πλέγματος είναι η δυνατότητα έγκαιρου εντοπισμού και παρακολούθησης των στόχων. Σε αυτό το επίπεδο εντάσσεται το ELM-2084, ραντάρ τεχνολογίας AESA, το οποίο θα διασυνδέεται με τα υπόλοιπα στοιχεία της ελληνικής αεράμυνας, μεταφέροντας δεδομένα στο ενιαίο επιχειρησιακό δίκτυο.
Παράλληλα, η αρχιτεκτονική δεν περιορίζεται στα πυραυλικά μέσα. Προβλέπει και δυνατότητες ηλεκτρονικού πολέμου, όπου εντάσσεται το ελληνικής ανάπτυξης σύστημα «Κένταυρος». Το σύστημα έχει ήδη δοκιμαστεί και έχει διασυνδεθεί με τα συγκεκριμένα μέσα, αποτελώντας ένα ακόμη επίπεδο αντιμετώπισης των σύγχρονων απειλών.
Διασύνδεση με τα νέα όπλα των Ενόπλων Δυνάμεων
Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του προγράμματος είναι ότι τα νέα μέσα δεν προορίζονται να λειτουργούν αυτόνομα. Ο σχεδιασμός προβλέπει τη διασύνδεσή τους με το ευρύτερο οπλοσύστημα της χώρας, ώστε να υπάρχει κοινή εικόνα της εναέριας κατάστασης και δυνατότητα συντονισμένης αντίδρασης.
Στο δίκτυο προβλέπεται να ενταχθούν οι φρεγάτες Belharra, τα μαχητικά Rafale και F-16 Viper, το πυραυλικό σύστημα PULS, αλλά και οι υφιστάμενες συστοιχίες Patriot. Η ανάπτυξη στην Ελλάδα έχει προγραμματιστεί να ολοκληρωθεί μέσα σε 28 μήνες.
Η συμφωνία που υπογράφεται στο Τελ Αβίβ αποτελεί το επόμενο στάδιο ενός σχεδιασμού που είχε ήδη εγκριθεί από το ΚΥΣΕΑ στις 23 Ιουλίου 2026.
Την υλοποίηση αναλαμβάνουν από ελληνικής πλευράς η Γενική Διεύθυνση Αμυντικών Εξοπλισμών και Επενδύσεων (ΓΔΑΕΕ) και από ισραηλινής πλευράς η Διεύθυνση Αμυντικής Συνεργασίας του υπουργείου Άμυνας του Ισραήλ (SIBAT), με τη συμμετοχή των αντίστοιχων αμυντικών φορέων και εταιρειών που εμπλέκονται στο πρόγραμμα.
Με την ολοκλήρωσή του, η Ελλάδα θα έχει ένα σημαντικά πιο δικτυωμένο σύστημα αεράμυνας, στο οποίο αισθητήρες, πυραυλικά μέσα, αεροσκάφη, πλοία και δυνατότητες ηλεκτρονικού πολέμου θα μπορούν να λειτουργούν στο ίδιο επιχειρησιακό περιβάλλον. Πρόκειται ουσιαστικά για τη μετάβαση από επιμέρους συστήματα σε μια ενιαία, πολυεπίπεδη αρχιτεκτονική προστασίας, που αποτελεί βασικό τμήμα του σχεδιασμού της «Ατζέντας 2030».








